γριφᾶσθαι

γρῑφᾶσθαι, [dialect] Lacon.
A = γράφειν, Hsch.; also, scratch, Id.: ἀλγήματα γριφόμενα (prob. -ώμενα) lancinating pains, Hp.Prorrh.1.100, cf. Gal.ad loc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αγρείφνα — η ἀγρεῑφνα, η (AM) τσουγκράνα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μτγν. ἀγρεῑφνα. Αβέβαιης ετυμολογίας, πιθ. από το λακωνικό γριφᾶσθαι (= γράφειν). Το αρχικό ἀ δεν εξηγείται ικανοποιητικά] …   Dictionary of Greek

  • γράφω — (AM γράφω) 1. αποδίδω λέξεις με γράμματα τού αλφαβήτου 2. ζωγραφίζω 3. γράφω επιστολή 4. καταχωρίζω σε κατάλογο 5. εγγράφω, κατατάσσω σε σχολείο κ.λπ. νεοελλ. 1. ξέρω να γράφω 2. συγγράφω, δημοσιεύω 3. κληροδοτώ, μεταβιβάζω την κυριότητα ακινήτου …   Dictionary of Greek

  • gerebh- —     gerebh     English meaning: to scratch, write     Deutsche Übersetzung: “ritzen” and Verwandtes     Material: 1. gerbh : Gk. γράφω “ scratch, carve, cut, mark by cutting or scratching, write “ (*gr̥bhō), γράμμα “alphabetic letter”, γραμμή… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.